Tag Archive: κρίση



Σπίτι είναι εκεί που βρίσκεται η καρδιά σου - Psycho Shrink

Για ορισμένους ανθρώπους ένα φιλικό καφεδάκι είναι χάσιμο χρόνου, χαζολόγημα, πολυλογία.

Εγώ πάλι που γουσταρίζω τα ψυχοαποτέτοια, το καφεδοτσιγαράκι το έχω συνδυάσει με ερωτολογία, όπου στάνταρ καταλήγει στηνπικρή εξομολόγηση των φίλων μου.

Βγάζουν τα σώψυχά τους τα γλυκά μου κι εγώ κρατάω εγκεφαλικές σημειώσεις σε αντιδράσεις, τάσεις, εκφράσεις που θα γίνουν το επόμενο θέμα μας.

Το σημερινό μας session λοιπόν, θα είναι και πάλι ερωτικό, γιατί μετά την κρίση, την κρίση και την κρίση, για όλα μας τα προβλήματα ευθύνονται οι έρωτες, οι νυν, οι πρώην και οι επόμενοι.

Ο φίλος μου ο Στέλιος, είναι ένα νέο παλικάρι με όνειρα και ρομαντισμό, που υποστηρίζονται άψογα από τα 26 του χρόνια.

Όταν γνώρισε τη Ντόρα, η γη χάθηκε κάτω από τα sneakers του, μέχρι που επανήλθε και απέκτησε λόγο ύπαρξης όλο το χώμα του κόσμου, που συγκρατεί ο νόμος της έλξης στη γη.

Η Ντόρα 32, δυναμικότατη και αεράτη, γεμάτη επίσης όνειρα και ρομαντισμό, που υποστηρίζονται άψογα από τη θηλυκή στάση ζωής απέναντι στα πράγματα.

Η ζωή κυλούσε τόσο ονειρεμένα, όσο μια διαφήμιση ΙΚΕΑ. Μαγειρεύαν μαζί στη μίνιμαλ inox κουζίνα τους, στη γκαρσονιερούλα μια σταλιά και σιγά- σιγά ο Στέλιος άρχισε να μετακομίζει τα υπάρχοντά του και να δένει σαν φιόγκο την καρδιά του πάνω στην καρδιά της Ντόρας.

Ύστερα ήρθε η απόλυση. Η Ντόρα έμεινε άνεργη, σαστισμένη, με τα όνειρα να παίρνουν αναβολή επ’ αόριστο.

Τα πράγματα έσφιξαν και η μόνη λύση για τη Ντόρα φάνηκε να ανατέλλει στο Λονδίνο, όπου και βρίσκεται αυτή τη στιγμή.

Αλλιώς είχε φανταστεί τη ζωή της κάποια χρόνια πριν. Με μια σταθερή δουλειά και στην αρχή, ίσως, μια οικογένειας. Πάντως, σίγουρα όχι με μια βαλίτσα στο χέρι, σε ένα φθηνό δωμάτιο ξενοδοχείου, να κρέμεται από τα μηνύματα στο κινητό και στο νοσταλγικό τσατ του Στέλιου.

Αυτό που δυστυχώς θα έχουν να παλέψουν οι γενιές της Ελλάδας πέρα από την οικονομική εξαθλίωση, είναι η εξάντληση και η σκληρή δοκιμασία των συναισθημάτων τους.

Να φύγω; Να τον-την αφήσω; Αυτόν-ην που έδεσα τόσο κινηματογραφικά από την πρώτη ματιά, να τον/την στερηθώ πριν τον γνωρίσω;

Διχασμένοι απέναντι στη χώρα που αφήνουμε πίσω, στους ανθρώπους που θα μας λείψουν, στα λόγια και τα χάδια που θα ξορκίσουμε, πριν μας καν μας γίνουν εξάρτηση. Διλήμματα για τα οποία δεν είχαμε προετοιμαστεί, συζητήσεις και πλάνα που ήρθαν άτσαλα, την εποχή που το ανέμελο αντικαταστάθηκε από την ανάγκη επιβίωσης.

«Άκου Στέλιο» του είπα με την τελευταία γουλιά του καφέ. «Να πας να τη βρεις. Να ακολουθήσεις αυτό που έμεινε στη μέση νωρίς. Εκεί στα μακρινά Λονδίνα, αφού όπως λένε, το σπίτι σου είναι εκεί που βρίσκεται η καρδιά σου».

Τα μάτια του φωτίστηκαν από ελπίδα. Μια μικρή παρότρυνση χρειαζόταν για να σκεφτεί με την καρδιά. Εύκολο. Ένας διακόπτης είναι η λογική που όταν κλείσει, κυριαρχεί το λογικότερο, αυτό που λέγεται συναίσθημα.

αναδημοσίευση από eyedoll.gr

Advertisements

Ύστατες άμυνες


ImageΑγαπημένο μου ημερολόγιο,

έχω καιρό να σου γράψω. Μεγάλωσα, ξεχάστηκα.

Τελευταία σελίδα σου, πάει δεκαεπτά χρόνια πριν, στο δακρύβρεχτο δράμα ενός χωρισμού.

Να ξέρεις, δε σε θυμήθηκα τυχαία. Η ανάγκη γεννά τη θύμηση και τότε συνήθως, η θύμηση γίνεται ανάγκη.

Σου γράφω πάλι λοιπόν, από θύμηση ή ανάγκη, η ώρα τρεις το μεσημέρι, μέσα στο βουητό μιας καφετέριας. Απέναντί μου μια τηλεόραση καρφωμένη στον τοίχο, παίζει Χατζηγιάννη και δίπλα μου ένα φλιτζάνι Ελληνικού καφέ και το laptop, συντελούν στην κοσμική μου απομόνωση.

Ένα ζευγάρι παραδίπλα, συζητάει ένα διαζύγιο φίλων και ανταλλάσσει φιλιά και χάδια εφηβικά. Δεν είναι έφηβοι οι ίδιοι, άλλά τον έρωτά τους εκεί τον άφησαν ή μήπως τον ξεκινάνε με εφηβικό ενθουσιασμό;

Σου γράφω να σου πω, πως τελευταία θυμάμαι πολύ κι αυτό με ρίχνει.

Πώς να κλείσω τα κουτάκια που τόσο επιμελώς είχα τακτοποιημένα τόσα χρόνια;

Πού να τα καταχωνιάσω να πάψουν να με σκοτίζουν, κάθε που ανοίγουν και γεμίζουν σκόνη τη σκέψη μου;

Σου γράφω να σου πω, πως τα χρόνια που πέρασαν με άλλαξαν, παρόλο που κυκλικά, με γυρίζουν πίσω στην αρχή. Η μόνη διαφορά είναι πως πλέον, ξέρω τα προσεχώς, ενώ τότε τα φανταζόμουν.

Ναι, πέφτω συχνά ψυχολογικά και φοβάμαι. Φοβάμαι για μένα, για τα παιδιά μου, τους δικούς μου ανθρώπους.

Πονάω για τα μηνύματα απόγνωσης που λαμβάνω από φίλους μου, από αδιέξοδα που συναντάνε και δυσκολίες που τους λυγίζουν. Φοβάμαι για όσους αγαπάω, προκαταβολικά, λες κι αν προλάβω πρώτη, θα μειώσω την ένταση της κατάθλιψης, όταν θα τους χτυπήσει την πόρτα.

Δεν ξέρω αν κάνω καλά παραμένοντας στην άρρωστη πραγματικότητα που περιβάλει τις μέρες μου, αν είναι ανεύθυνο που δεν τολμώ να κάνω ριζικές αλλαγές, να πετάξω ό,τι με ταλαιπωρεί και να κυνηγήσω πιο δυναμικά αυτά που θέλω.

Αντί να περιμένω την επόμενη μαλακία που θα με ρίξει στη μαυρίλα που μου προορίζουν, να ρίξω μαύρο στις άδικες προθέσεις αυτών που αυτοδιορίστηκαν να κινούν τα σκοινιά της μαριονέτας μου.

Αγαπημένο μου ημερολόγιο, σου γράφω πάλι, γιατί νομίζω ότι κάτι έχω ταϊστεί, που με έχει μάθει να συντονίζω την ανάσα μου σε ρυθμούς τρόμου.

Μαζί με μένα και όλοι οι υπόλοιποι, προσπαθούν να χοντρύνουν τις πέτσες τους, να μη νιώθουν.

Να δέχονται δουλικά φθηνές δικαιολογίες, να ψηφίζουν τον λιγότερο κακό, να θαυμάζουν τον ηλίθιο και τον επιφανειακό. Να τους έχει περάσει στο υποσυνείδητο η πιο διαβρωμένη αντίληψη του «ουδείς αναντικατάστατος».

Τους λυπάμαι όσους πιστεύουν ειδικά αυτό το τελευταίο.

Δεν υπάρχει πιο διαστρεβλωμένη στάση ζωής. Στερούν από την ίδια τους την ύπαρξη την αξία της μοναδικότητάς τους και υποτιμάνε όλους τους ανθρώπους γύρω τους.

Το πουκάμισό σου να τ’ αλλάζεις, τη ζωή σου να την αλλάζεις, το βρακί σου ακόμα πιο συχνά, τους ανθρώπους πώς μπορείς να τους αλλάζεις σαν τα πουκάμισα;

Πώς περιμένεις να σε τιμήσουν αυτοί, που δεν τίμησες ποτέ;

Η γκαρσόνα πηγαινοέρχεται και με κοιτάζει επίμονα.

Η Κοκκίνου τραγουδάει τώρα με καπέλο καουμπόικο και σορτσάκι ξεμπουρδελέ, ένα βαθυστόχαστο άσμα. Το ζευγάρι πληρώνει και φεύγει.

Η ζωή κυλάει, εναλλάσσεται, αλλάζει και τελικά μένει ίδια. Ακροβατούμε μέσα σε αντιφάσεις, προφάσεις, εντάσεις, κάθε λεπτό που κυλάει εξοργιστικά, δίπλα μας. Κάποιοι θα διαλέγουμε πάντα, να μη μελετάμε Μνημόνια και άλλοι θα παίζουμε τις μνήμες μας κορόνα-γράμματα.

Και θα υπάρχουν πάντα και αυτοί, που θα περιμένουν στη γωνία να δουν το τσουνάμι, το οποίο θα προκληθεί όταν επιλέξουν να κουνήσουν τα φτερά τους.

Αγαπημένο μου ημερολόγιο, σε αφήνω.

Παγώνει ο καφές και δεν ξέρω μέχρι πότε θα τον χαίρομαι ζεστό.

ΑΝΑΔΗΜΟΔΙΕΥΣΗ ΑΠΟ EYEDOLL.GR

 

Ξέρεις από ΕΣΠΑ;


Ξέρεις από ΕΣΠΑ; - Psycho Shrink

Φαντάζομαι ότι λίγες ώρες πριν αλλάξει ο χρόνος, οι περισσότεροι έχετε ήδη ξεκινήσει τις αναδρομές.

Τι πλήρωσα, τι δεν πλήρωσα, πόσα παγωτά έφαγα, πόσα μπάνια έκανα, πόσες πήδηξα, πόσες φαντάστηκα ότι πήδηξα, με πόσους θα ήθελα να πηδηχτώ κάποια στιγμή μες το χρόνο, πόσες  μολότοφ έφτιαξα, πόσες απονευρώσεις έκανα, πόσες νευρώσεις υιοθέτησα, πόσα, πόσες, πόσο.

Στις αναδρομές άλλη ερωτηματική λέξη δεν παίζει, λες και ο χρόνος μετριέται μόνο στην ποσότητα.

Λες και η μόνη απόδειξη ύπαρξης μας πάνω στον πλανήτη, είναι η συσσώρευση ανούσιων αριθμών και επιφανειακών εμπειριών.

Άλλοι πάλι, ασχολούνται με όλα τα τελευταία.

Τελευταίο γαλακτομπούρεκο για το 2011, τελευταίο γλωσσόφιλο για το 2011, τελευταίο κατούρημα για το 2011, τελευταίο πήδημα για το 2011, τελευταίο τανγκό στο Παρίσι.

Το συγκεκριμένο επίθετο τις τελευταίες δραματικές ώρες της χρονιάς που την κάνει με ελαφρά και με τύψεις, δίνει περισπούδαστη διάσταση στις κατά τα άλλα, χιλιοφτυσμένες καθημερινές μας συνήθειες.

Άλλος δεν κατούρησε βλέπεις όρθιος με τόση χάρη πέρα από τον Τάκη, εκεί γύρω στις 11.00, πριν το 2012 τον βρει ανακουφισμένο, να ρεβεγιονάρει βουτηγμένος στις πιατέλες, να κατεβάζει σπληνάντερα, να ρουφάει ιμιτασιόν σαμπάνια και να χουφτώνει τα μπούτια της Ζώζας δίπλα του, που την έχουν την κυτταριτιδούλα τους μετά την τόσο σκληρή δίαιτα του κουραμπιέ.

Σήμερα όλη μέρα, μέσα σε αυτή τη δραματική εξιστόρηση των «πόσων» και των «τελευταίων», μέσα στην τόση ψευδαίσθηση της αναδρομής που ξορκίζεται ως κάτι το μίζερο, που θα δώσει τη θέση του σε κάτι εξίσου τζούφιο, πασχίζω να κάνω και εγώ μια αναδρομή της χρονιάς που πέρασε.

Η κυρίαρχη όμως φράση που χαρακτηρίζει το δικό μου πέρασμα στο χωροχρόνο του 2011, είναι «δεν ήξερα».

Τίποτα. Το απόλυτο κενό.

Την τύφλα μου δεν ήξερα γαμώτο, μέχρι που η πουτάνα η ζωή μου έχωσε χαστούκα που ζαλίστηκα και απέρριψα, έδιωξα, άλλαξα, σκλήρυνα, αδιαφόρησα.

Δεν ήξερα ότι χρωστάω την ανάσα μου, ακόμα και στην αύρα που με περιβάλλει. Δεν ήξερα ότι της φυλακής τα κάγκελα είναι για τους παπάδες.

Δεν ήξερα ότι στο σινεμά της καθημερινότητας υπάρχουν μόνο οι κακοί. Δεν ήξερα ότι πιάνεις πάτο όταν πασχίζεις να μην είσαι μέτριος.

Δεν ήξερα ότι στην Ελλάδα δεν υπάρχουν κόμματα, ούτε ιδεολογίες, ούτε πολιτικοί διαχωρισμοί. Δεν ήξερα ότι η εξέγερση μου ήταν πάντα προμελετημένη.

Δεν ήξερα ότι οι άλλοι ξέρουν. Μα δε μιλάνε, μέχρι να μιλήσει ένα άσχετος και τότε τα ξερνάνε όλα.

Δεν ήξερα ότι όντως ΕΟΚ και ΝΑΤΟ το ίδιο συνδικάτο. Δεν ήξερα τι είναι το offside.

Δεν ήξερα τι είναι το ΑΕΠ, πόσο μάλλον σε τι μπορώ να συμβάλω για να σηκωθεί. Δεν ήξερα τι είναι το ΕΣΠΑ.

ΕΧΕΙ ΚΙ ΑΛΛΟ… ΓΙΑ ΝΑ ΔΙΑΒΑΣΕΙΣ ΤΗ ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΚΛΙΚ ΕΔΩ!

Αρέσει σε %d bloggers: