ImageΑγαπημένο μου ημερολόγιο,

έχω καιρό να σου γράψω. Μεγάλωσα, ξεχάστηκα.

Τελευταία σελίδα σου, πάει δεκαεπτά χρόνια πριν, στο δακρύβρεχτο δράμα ενός χωρισμού.

Να ξέρεις, δε σε θυμήθηκα τυχαία. Η ανάγκη γεννά τη θύμηση και τότε συνήθως, η θύμηση γίνεται ανάγκη.

Σου γράφω πάλι λοιπόν, από θύμηση ή ανάγκη, η ώρα τρεις το μεσημέρι, μέσα στο βουητό μιας καφετέριας. Απέναντί μου μια τηλεόραση καρφωμένη στον τοίχο, παίζει Χατζηγιάννη και δίπλα μου ένα φλιτζάνι Ελληνικού καφέ και το laptop, συντελούν στην κοσμική μου απομόνωση.

Ένα ζευγάρι παραδίπλα, συζητάει ένα διαζύγιο φίλων και ανταλλάσσει φιλιά και χάδια εφηβικά. Δεν είναι έφηβοι οι ίδιοι, άλλά τον έρωτά τους εκεί τον άφησαν ή μήπως τον ξεκινάνε με εφηβικό ενθουσιασμό;

Σου γράφω να σου πω, πως τελευταία θυμάμαι πολύ κι αυτό με ρίχνει.

Πώς να κλείσω τα κουτάκια που τόσο επιμελώς είχα τακτοποιημένα τόσα χρόνια;

Πού να τα καταχωνιάσω να πάψουν να με σκοτίζουν, κάθε που ανοίγουν και γεμίζουν σκόνη τη σκέψη μου;

Σου γράφω να σου πω, πως τα χρόνια που πέρασαν με άλλαξαν, παρόλο που κυκλικά, με γυρίζουν πίσω στην αρχή. Η μόνη διαφορά είναι πως πλέον, ξέρω τα προσεχώς, ενώ τότε τα φανταζόμουν.

Ναι, πέφτω συχνά ψυχολογικά και φοβάμαι. Φοβάμαι για μένα, για τα παιδιά μου, τους δικούς μου ανθρώπους.

Πονάω για τα μηνύματα απόγνωσης που λαμβάνω από φίλους μου, από αδιέξοδα που συναντάνε και δυσκολίες που τους λυγίζουν. Φοβάμαι για όσους αγαπάω, προκαταβολικά, λες κι αν προλάβω πρώτη, θα μειώσω την ένταση της κατάθλιψης, όταν θα τους χτυπήσει την πόρτα.

Δεν ξέρω αν κάνω καλά παραμένοντας στην άρρωστη πραγματικότητα που περιβάλει τις μέρες μου, αν είναι ανεύθυνο που δεν τολμώ να κάνω ριζικές αλλαγές, να πετάξω ό,τι με ταλαιπωρεί και να κυνηγήσω πιο δυναμικά αυτά που θέλω.

Αντί να περιμένω την επόμενη μαλακία που θα με ρίξει στη μαυρίλα που μου προορίζουν, να ρίξω μαύρο στις άδικες προθέσεις αυτών που αυτοδιορίστηκαν να κινούν τα σκοινιά της μαριονέτας μου.

Αγαπημένο μου ημερολόγιο, σου γράφω πάλι, γιατί νομίζω ότι κάτι έχω ταϊστεί, που με έχει μάθει να συντονίζω την ανάσα μου σε ρυθμούς τρόμου.

Μαζί με μένα και όλοι οι υπόλοιποι, προσπαθούν να χοντρύνουν τις πέτσες τους, να μη νιώθουν.

Να δέχονται δουλικά φθηνές δικαιολογίες, να ψηφίζουν τον λιγότερο κακό, να θαυμάζουν τον ηλίθιο και τον επιφανειακό. Να τους έχει περάσει στο υποσυνείδητο η πιο διαβρωμένη αντίληψη του «ουδείς αναντικατάστατος».

Τους λυπάμαι όσους πιστεύουν ειδικά αυτό το τελευταίο.

Δεν υπάρχει πιο διαστρεβλωμένη στάση ζωής. Στερούν από την ίδια τους την ύπαρξη την αξία της μοναδικότητάς τους και υποτιμάνε όλους τους ανθρώπους γύρω τους.

Το πουκάμισό σου να τ’ αλλάζεις, τη ζωή σου να την αλλάζεις, το βρακί σου ακόμα πιο συχνά, τους ανθρώπους πώς μπορείς να τους αλλάζεις σαν τα πουκάμισα;

Πώς περιμένεις να σε τιμήσουν αυτοί, που δεν τίμησες ποτέ;

Η γκαρσόνα πηγαινοέρχεται και με κοιτάζει επίμονα.

Η Κοκκίνου τραγουδάει τώρα με καπέλο καουμπόικο και σορτσάκι ξεμπουρδελέ, ένα βαθυστόχαστο άσμα. Το ζευγάρι πληρώνει και φεύγει.

Η ζωή κυλάει, εναλλάσσεται, αλλάζει και τελικά μένει ίδια. Ακροβατούμε μέσα σε αντιφάσεις, προφάσεις, εντάσεις, κάθε λεπτό που κυλάει εξοργιστικά, δίπλα μας. Κάποιοι θα διαλέγουμε πάντα, να μη μελετάμε Μνημόνια και άλλοι θα παίζουμε τις μνήμες μας κορόνα-γράμματα.

Και θα υπάρχουν πάντα και αυτοί, που θα περιμένουν στη γωνία να δουν το τσουνάμι, το οποίο θα προκληθεί όταν επιλέξουν να κουνήσουν τα φτερά τους.

Αγαπημένο μου ημερολόγιο, σε αφήνω.

Παγώνει ο καφές και δεν ξέρω μέχρι πότε θα τον χαίρομαι ζεστό.

ΑΝΑΔΗΜΟΔΙΕΥΣΗ ΑΠΟ EYEDOLL.GR