Το μάτι μου είχε κολλήσει ώρες στο σαπούνι το μισοβρώμικο, το πολυκαιρισμένο, το φτυσμένο.

Ένα διάστημα είχα κολλήσει να πλένομαι με πράσινο σαπούνι, γιατί διάβασα ότι είναι τίγκα στα υγιεινά συστατικά.

Μου μοσχομύριζε και το λανσάρισα κάμποσο καιρό.

Το έβαλα παντού, επάνω μου, στα ρούχα μου, μέχρι που το δοκίμασα στα μαλλιά μου και επήλθε η ρήξη. Μου τα άφησε πιο λαδωμένα και από την τρίτη μέρα αλουσιάς.

Το γύρισα στο αφρόλουτρο και στο σαμπουάν, που κάνουν και πιο πολλές μπουρμπουλήθρες.

Έφτυσα το σαπούνι, εκείνο που έχει τόσες φουρτούνες να θυμηθεί.

Τόση ένδοξη ιστορία, με προγόνους που είδαν τη ζωή τους να σβήνει σε ένα στρατόπεδο συγκέντρωσης. Είδαν την ελπίδα τους να κυλάει σε έναν φούρνο. Πήγαιναν για μπουρμπουλήθρες και κατέληξαν ζουμί.

Ταυτίστηκα απότομα, ένιωσα τύψεις που το είδα ζαρωμένο στη γωνιά του.

Ο Θεός των μικρών πραγμάτων, κάποιες φορές δεν επιτελεί σωστά το έργο του. Τα αφήνει στην αφάνεια, ανεξάρτητα από την αξία τους. Το μόνο που χρειάζεται, είναι να ξέρεις που και πότε θα τα χρησιμοποιήσεις και αυτά είναι έτοιμα και ικανά να φέρουν εις πέρας την αποστολή τους.

Το πήρα ξανά στα χέρια μου και άρχισα επίμονα να το εξαφανίζω σιγά-σιγά πάνω στο δέρμα μου και κάτω από τις άτακτες σταγόνες του νερού.

Ξέπλενα τις βρωμιές όλες, τις μελανιές, τις πληγές, με μανία το συρρίκνωνα, πετώντας από πάνω μου ό,τι με είχε πνίξει στο παρελθόν, το παρόν και το μέλλον μου μαζί.

Έλιωσε στο τέλος και έμεινα με μια αίσθηση φρεσκάδας.

Έλεγξα σπιθαμή προς σπιθαμή την ύλη μου. Ήταν εκεί, δεν είχε υποχωρήσει, με όλα τα σημάδια που φέρει ο χρόνος, με τις εμπειρίες, τα λάθη για όσα έκανα και όσα δεν έκανα, όσα θέλησα μα δεν τόλμησα. Όλα ήταν εκεί.

Δεν έγινα σαπούνι και εγώ τελικά. Αντιστάθηκα στις πιέσεις που μάλλον πάντα στόχευαν να με μετατρέψουν σε ένα μικρό, μισοβρώμικο, πολυκαιρισμένο κομμάτι λιωμένης ελπίδας, που ζηλεύει το αφρόλουτρο.

Νομίζω ότι έχοντας πια εξαντλήσει τη σαπουνολογία και έχοντας επιβιώσει των επίφοβων στρατοπέδων, μπορώ να χαλαρώσω, να χαμογελάσω και να μπουρδολογήσω.

Οι Γερμανοί πάντα θα ξαναέρχονται να μας επισκέπτονται, τάζοντάς μας σαπουνόφουσκες και ένα γερό μπάνιο.

Λίγο όμως να γύρεις, να κοιτάξεις μέσα στον αντικατοπτρισμό, να ‘σου τον ευδιάκριτος ο φούρνος που σε προορίζουν.

Μην ακούτε μπουρμπουλήθρες, είναι στάχτη στα μάτια ή μάλλον σαπούνι στα μάτια, να τσούζει, να μη βλέπεις πως αυτό που τρως δεν είναι κέικ, δεν είναι ραβανί.

Είναι μπαγιάτικη μπομπότα, είναι ο φούρνος που σου φτιάχνει η Γερμανική της μπότα

(ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΑΠΟ eyedoll.gr)