Κάποτε θυμάμαι μ’ αγαπούσες, τώρα σιωπή, κάποτε θυμάμαι μ’ εκτιμούσες, τώρα άφαντη…

Πού είσαι; Είμαι η ομπρέλα σου στη Μύκονο, πρώτη ξαπλώστρα πίστα. Αυτή για την οποία έδινες μάχη να την αποκτήσεις, εξασφαλίζοντας παράλληλα θέση στο όνειρο.

Από Απρίλιο με έκλεινες άλλες χρονιές, μα πού ξεχάστηκες με τη χτενισιά της θύελλας; Μέσα του Ιούλη έχει φτάσει και μόνο κάποιες τυχαίες τουρίστριες σκιάστηκαν από κάτω μου. Και η ξαπλώστρα έχει στραβώσει μαζί σου Μαρίνα.

Έχουν αρχίσει να σκάνε μύτη όλες οι τάχα σελέμπριτις με όλα τους τα μωρά και μου σπάνε τα νεύρα. Πού είσαι εσύ να με ντουμανιάσεις στα τσιγάρα και να κουτσομπολέψεις μαζί μου όλους τους επωνύμους;

Γιατί με ξέχασες, μου λείπεις! Κλαίω συχνά πυκνά τα βράδια όταν όλοι ξεφαντώνουν και ησυχάζω λίγο… σε συνήθισα τόσα χρόνια, σε αγάπησα γιατί εσύ δεν ήσουν ήδη ψώνιο, όπως όλοι που κάνουν συχνά παρέα με τις διπλανές ομπρέλες.

Ήσουν ένα επίδοξο ψώνιο, ένα εκκολαπτόμενο γκομενάκι που έκλεινες ομπρέλα στη Μύκονο στην πρώτη τη σειρά, ένα βήμα και μπλουμ, για να εξασφαλίσεις τα 5 λεπτά διασημότητας δίπλα στην εκάστοτε διάσημη.

Θυμάσαι πόσες φορές έχουμε φωτογραφηθεί μαζί από τους paparazzi τυχαία στο άκρο δεξί επάνω, δεύτερο στενό γωνία, δίπλα στο σάντουιτς της Μενεγάκη;

Ή την άλλη φορά που βγήκε η μύτη σου στο κάτω άκρο και το σαγόνι σου λίγο πιο κάτω νταν την ώρα που σου έπεφτε, μόλις πέρναγε ο Ρουβάς από μπροστά σου με το υπέροχο μαγιό του;

(η ομπρέλα παραπονιεται ακόμα πιο πολύ ΕΔΩ)